Η άλλη Μύκονος

0

Σπύρος Τζόκας

Φτάσανε. Ενας δυνατός βοριάς υποδέχθηκε τους επισκέπτες. Ενας δυνατός αέρας που έπαιρνε τα καπέλα των ανυποψίαστων επισκεπτών.

«Στο Λύκειο Μυκόνου, σας παρακαλώ» είπε στον ταξιτζή.

«Καθηγητής είσαι;» τον ρώτησε ο ταξιτζής, στον ενικό φυσικά.

«Μάλιστα, καθηγητής, πρωτοδιόριστος».

Ο Αχιλλέας γνώριζε τις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει, καθώς η κοινωνία τού «έχειν και του φαίνεσθαι» επικρατούσε κατά κράτος αυτής τού «είναι».

Τη Μύκονο του «είναι» ανακάλυψε, όμως, ο Αχιλλέας και ένας άλλος εμπνευσμένος δάσκαλος. Και δημιούργησαν πολιτιστικές εκδηλώσεις, θεατρικές παραστάσεις, αθλητικές δραστηριότητες, επισκέψεις και ξεναγήσεις στη Δήλο και άλλες δραστηριότητες. Η διασύνδεση του πολιτισμού με το σχολείο δημιουργούσε τις βάσεις μιας πολύπλευρης και διαρκούς καλλιέργειας και ήθους. Οι ζωντανές δυνάμεις του τόπου ενεργοποιούνταν όλο και περισσότερο, έδιναν νόημα στη ζωή τους, ολοκληρώνονταν και αποκτούσαν τη δυνατότητα της διάκρισης της αξίας από την απαξία.

Τη Μύκονο αυτή αγάπησε ο Αχιλλέας και αφιερώθηκε. Στο σχολείο, στην τάξη, στο διάλειμμα, στον ελεύθερο χρόνο. Η αφοσίωσή του αυτή εκτιμήθηκε από τους μαθητές του. «Ιερή εξέταση» έλεγαν για αστείο το μάθημά του, για να δηλώσουν την επιμονή του στον στόχο. Μαθητές του διακρίθηκαν στο άνυδρο αυτό περιβάλλον. Αγάπησε τους μαθητές του και αγαπήθηκε από αυτούς.

Η άλλη Μύκονος με τους φιλόξενους ανθρώπους, με τις εκπληκτικές παραλίες, την Ψαρρού, την Παράγκα, το Αγρικά, τον Πάνορμο, τον Αγιο Σώστη, το Σούπερ Παραντάις και τόσες άλλες, που άλλαξαν στη συνέχεια. Και τα χοιροσφάγια τον χειμώνα και τα τσιμπούσια στις φιλόξενες οικογένειες ή με τους αγαπητούς συναδέλφους του Αχιλλέα. Το στέκι τους, ο Μανώλης, το καφενείο, ουζερί στον γιαλό.

Ομορφες μέρες, ξεχωριστές εμπειρίες. Αγάπησε το νησί, συνδέθηκε με τους ανθρώπους, μόχθησε σαν δάσκαλος όχι μόνο στην τάξη, διασκέδασε και δέθηκε με τους συναδέλφους του, αξίες που δεν ανταλλάσσονται με όσα υλικά αγαθά.

«Ωραίος τόπος, ρε φίλε. Με κρυφές ομορφιές που πρέπει να ανακαλύψεις…. με ωραίους ανθρώπους που θα συναντήσεις. Ναι, αυτό δεν θα συμβεί αμέσως. Αμα ψάξεις θα βρεις αρκετούς. Αν δεν βρεις, σκέψου μήπως εσύ, τελικά, δεν είσαι ο σωστός και γι’ αυτό διαλέγεις τους λάθος. Ωραίος τόπος, με αυθεντικούς ανθρώπους. Μπερδεύεσαι στην αρχή…»

Αυτές τις ανάκατες σκέψεις είχε στο μυαλό του ο Αχιλλέας την τελευταία μέρα στη Μύκονο. Από το σπίτι του με τα πόδια στην Ψαρρού, χωρίς ξαπλώστρες και αηδίες, μπάνιο και καφεδάκι από τον κυρ Θόδωρο, επιστροφή στη Χώρα, ουζάκι στον γιαλό, στον Μανώλη, μπουνάτσα η θάλασσα, απόλαυση και ο Πέτρος, ο πελεκάνος στη γνωστή του θέση.

«Θα έρθω να πάμε για ψάρεμα, καπετάνιε. Ετσι;»

«Θα σε περιμένω, κύριε καθηγητά. Εμαθες τώρα τους καιρούς και τις εποχές…»

Τελευταία βόλτα στα Ματογιάννια. Αποχαιρετισμοί. Ισως και συγκίνηση. Χαιρετισμός από μακριά στη Δήλο με αναμνήσεις από πανσέληνους· και τέλος, το σχολείο, αυτό το όμορφο κτίριο που του έδωσε τόσες χαρές… μόνον αυτές θυμάται.

«Δάσκαλος τελικά γεννιέσαι» σκέφτηκε και αφέθηκε στο όνειρο.

* πανεπιστημιακός, συγγραφέας

efsyn.gr

Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα