Η Μύκονος, οι ομπρέλες της Ριβιέρας και τα 534 ευρώ

0

Μερικές φορές, είναι χρήσιμο να φεύγουμε από τις επιταγές της καθημερινότητας και να εμβαθύνουμε σε πτυχές που ίσως αποδειχθούν πολύ σημαντικές στο εγγύς μέλλον.

Ο υπογράφων είναι αρκετά μεγάλος για να θυμάται καθαρά την «εποχή ΠΑΣΟΚ», κατά τη διάρκεια της οποίας, το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων ένιωσε πώς είναι να «δένουν τα σκυλιά με τα λουκάνικα». Την εποχή που η χώρα συνωστιζόταν στα μπουζούκια, με τον συνοικιακό εργολάβο δίπλα στον εφοπλιστή, «πρώτο τραπέζι πίστα» και τα «λαϊκά παιδιά» να παίρνουν γεύση από Μύκονο. Μια καλή ζωή, που ασφαλώς είχε κι άλλες, περισσότερο ουσιαστικές εκφάνσεις στον τρόπο διαβίωσης και ανατροφής.

Από το τότε ως τώρα, πέρασαν καμιά 20αριά χρόνια. Λίγο πάνω, λίγο κάτω, ανάλογα πού θα βάλεις την ακριβή αφετηρία. Κάποιοι νέοι του τότε είναι σήμερα 40άρηδες, άλλοι 50άρηδες.

Το τι μεσολάβησε ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, όλοι το ξέρουμε. Πρώτα η κρίση «των μνημονίων», μετά η κρίση του κορωνοϊού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όσοι έζησαν εκείνη την περίοδο την έχουν ξεχάσει ή ότι έχουν παραιτηθεί από το όνειρο της επανάληψης.

Σημαίνει ότι, αντίθετα, επί παραδείγματι, με πολλές από τις πρώην χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει «εμπειρίες» από μια εποχή προσωπικής και συλλογικής ευμάρειας (επίπλαστης μεν, αλλά υπαρκτής), έχει και προσδοκίες με τις οποίες όχι μόνο γαλουχήθηκε αλλά και μάλλον πέρασε, συνειδητά ή όχι, στα παιδιά του.

Αυτό, εν ολίγοις, σημαίνει ότι η χώρα μας είναι πολύ πιο επίφοβη σε σχέση με άλλες για ισχυρές παρενέργειες, από κοινωνικής και βεβαίως πολιτικής απόψεως, στην περίπτωση που το πολυπόθητο κύμα ανάπτυξης αποδειχτεί όχι και τόσο «συμπεριληπτικό».

Κάποιες ακραίες συγκρίσεις, απλά για να χρωματίσουν το όλο θέμα. Μύκονος και Σαντορίνη, ανέκαθεν «ακριβά» νησιά, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών τους, φαντάζουν πλέον απλησίαστα. Όχι μόνο στη νεολαία αλλά και στη «μεσαία τάξη», έχοντας μετατραπεί σε νησιά για ξένους εκατομμυριούχους και ντόπιους προύχοντες. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει κάποιος «φράκτης» που ξεχωρίζει τους «εντός» από τους «εκτός». Φράχτης είναι οι τιμοκατάλογοι.

Ας έρθουμε όμως πιο κοντά στη μητρόπολη. Στα Νότια προάστια της Αθήνας, στην τοπική Ριβιέρα, η τιμή για μια ομπρέλα και δυο ξαπλώστρες ξεκινάει σήμερα από το 50άρικο και φτάνει έως τα… 160 ευρώ, στην περίπτωση της «πρώτης σειράς» του Αστέρα Βουλιαγμένης, σύμφωνα με πρόσφατο ρεπορτάζ του in.gr. Κι αυτό συμβαίνει χωρίς ακόμη να έχει ξεκινήσει, πόσο μάλλον ολοκληρωθεί, το τεράστιο έργο του Ελληνικού, που θα μεταμορφώσει την ευρύτερη περιοχή.

Προσφορά και ζήτηση, θα πείτε και θα έχετε δίκιο, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μας. Δεν είναι «αγοραίο». Είναι στο ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού έζησε με 534 ευρώ τον μήνα κατά το τελευταίο 12μηνο. Τρεις ομπρέλες για λίγες ώρες στον Αστέρα ήταν το μηνιάτικό τους.

Το θέμα μας είναι από πόσο κοντά ή μακριά θα ακολουθήσει το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας την (προσδοκώμενη) αναπτυξιακή πορεία, ώστε να μη νιώσει αποκομμένο, να μη νιώσει πως δεν το αφορά. Σε ποιο βαθμό θα χωριστεί η χώρα σε «νησίδες» (όχι απαραίτητα γεωγραφικές) ανάπτυξης, μέσα σε μια θάλασσα χαμηλών εισοδημάτων. Διότι είναι άλλο πράγμα να σφίγγεις το ζωνάρι, γιατί το όνειρο ήταν απατηλό, να υπομένεις ξέροντας ότι λίγο-πολύ όλοι κάνουν το ίδιο, κι εντελώς διαφορετικό να έχει φύγει το τρένο από τον σταθμό και να έχεις μείνει να κοιτάς. Να έχεις μείνει πίσω, να νιώθεις «έξω από το σύστημα».

Στην Αμερική, με πολύ διαφορετική κουλτούρα από τη δική μας, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Ομπάμα, τέτοιου είδους συναισθήματα αποτέλεσαν το εφαλτήριο του Τραμπ για την εξουσία. Από την οποία κατέπεσε σχεδόν κατά τύχη. Χωρίς την πανδημία, μάλλον θα βρισκόταν τώρα στη δεύτερη θητεία του!

Το γεγονός ότι ο Μπάιντεν επιχειρεί να αλλάξει δραστικά τις αμερικανικές πολιτικές στο οικονομικό/κοινωνικό σκέλος είναι προφανώς αποτέλεσμα αυτής της εμπειρίας. Της συνειδητοποίησης ότι Δημοκρατία με το μεγαλύτερο ποσοστό των ψηφοφόρων δυσαρεστημένο, όχι απλά από τον κυβερνήτη αλλά από το «σύστημα», δεν γίνεται να υπάρξει για πολύ…

Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να λάβει υπόψη της πολύ σοβαρά η ελληνική κυβέρνηση, από τα χέρια της οποίας θα περάσουν προσεχώς τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης, μια ενίσχυση σχεδόν τόσο σημαντική όσο ήταν κάποτε το σχέδιο Μάρσαλ. Διότι φοβάμαι ότι σε ορισμένα σημεία πολιτικής οικονομίας, είμαστε ως χώρα ένα κεφάλαιο πίσω. Επιχειρούμε να εδραιώσουμε κάποιες πολιτικές, όχι την εποχή που μεσουρανούσαν διεθνώς, αλλά τώρα που τίθενται διεθνώς σε… αμφισβήτηση. Ακριβώς λόγω των παρενεργειών που επέφεραν, είτε τις ονομάσουμε ανισότητα, είτε λαϊκισμό, είτε τραμπισμό και Brexit.

Μήπως λοιπόν θα ήταν πιο φρόνιμο να «πηδήξουμε» ένα κεφάλαιο και να συγχρονιστούμε έγκαιρα με τις νέες τάσεις;

euro2day.gr

Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα